Η Αγωνία του Τερματοφύλακα πριν από το Πέναλτι

“Η αγωνία του τερματοφύλακα πριν από το πέναλτι”, είναι ο τίτλος της πρώτης μεγάλης ταινίας του Βιμ Βέντερς και αφηγείται την ιστορία ενός ερασιτέχνη τερματοφύλακα που σε έναν εκτός έδρας αγώνα και αφού έχει αντικρίσει κόκκινη κάρτα, εγκαταλείπει την ομάδα του και περιφέρεται άσκοπα στην πόλη, μέχρι να γνωρίσει μια ταμία κινηματογράφου και να περάσει τη νύχτα μαζί της. Το δε επόμενο πρωί, χωρίς κανένα προφανή λόγο, τη δολοφονεί…

Παρότι η ταινία κατά μία άποψη δεν παλεύεται (αν δεν είσαι παλαιοκομματικός σινεφίλ τύπου “Φασμπίντερ και ξερό ψωμί”) και η μόνη ουσιαστική σχέση που έχει με ποδόσφαιρο είναι ότι η κινηματογραφική αφήγηση, μπορεί να συγκριθεί σε ρυθμό, πλοκή και πυκνότητα, μόνο με αγώνα της οικείας Football League (βλ σουρεαλιστικές γιόμες-μονοπλάνα), μας δίνει μια μοναδική ευκαιρία να ξεκαθαρίσουμε μια τεράστια παρεξήγηση.

Στην πραγματικότητα δεν υπάρχει καμία αγωνία του τερματοφύλακα πριν από το πέναλτι : ο τερματοφύλακας δεν έχει τίποτε να χάσει – κανείς δεν θα τον κατηγορήσει εάν δεν αποκρούσει – το αντίθετο μάλιστα, εάν συμπτωματικά η γωνία που θα διαλέξει (συνήθως με μεγαλύτερη ελαφρότητα από αναποφάσιστο ψηφοφόρο μέσα στο παραβάν) να πέσει αποδειχθεί σωστή, θα αναγορευτεί αυτεπάγγελτα σε ήρωα του αγώνα.

Επί της ουσίας δηλαδή, την αλήθεια θα την προσέγγιζε πολύ καλύτερα, ο αντεστραμμένος τίτλος της ταινίας, ήτοι “ο φόβος του σέντερ φορ στο τετ α τετ με τον γκολκίπερ”, καθώς εάν αστοχήσει από τόσο προνομιούχο θέση, δεν γλυτώνει το ρόλο του αποδιοπομπαίου τράγου – όλο το ανάθεμα χιλιάδων (τηλε)θεατών θα πέσει πάνω του, από τα παιδιά στην πλατεία, μέχρι τον παχύσαρκο χαρτογιακά που δεν έχει κλοτσήσει ποτέ του μπάλα: “μα αυτό, ακόμη κι εγώ θα το ‘βαζα!”

Η αλήθεια είναι ότι το σώμα μας και οι ιδιότητες του εξελίσσονται μέσα στους αιώνες με ημιστατικό ρυθμό και δεν είναι καθόλου σε θέση να προσαρμοστούν στις σαρωτικές αλλαγές που έχουν επιφέρει στον καθημερινό τρόπο ζωής, τα τελευταία 120 χρόνια με τις εκθετικά παρεμβατικές ανακαλύψεις τους. Παρότι λοιπόν, έχουμε εθιστεί στην καθιστική ζωή και τα γεύματα μικροκυμάτων κατά το δοκούν, παραμένουμε προγραμματισμένοι εδώ και χιλιάδες χρόνια με το DNA του θηρευτή-πολεμιστή και οι βασικές μας λειτουργίες διέπονται από αταβιστικά πρότυπα και κυτταρικές μνήμες που στην ουσία αντανακλούν την τυχαιότητα εκείνου του τόσο ευμετάβλητου και απειλητικού περιβάλλοντος.

Έτσι όταν οι κυνηγοί δεν βρουν θηράματα, γνωρίζουν στο πετσί τους ότι θα πεινάσουν και όταν πετύχουν κάτι πολύ μεγάλο, θα στήσουνε τρελό τσιμπούσι, όχι για εφέ, αλλά για να αποθηκεύσουν στον οργανισμό τους όσο μεγαλύτερη ποσότητα λίπους γίνεται ενόψει του μεσοδιαστήματος ασιτίας που νομοτελειακά θα προκύψει. Οι πρόγονοι μας ήξεραν εμπειρικά ότι η δυναμική που αναπτύσσεται μεταξύ δύο πληθυσμών θηρευτών-θηραμάτων, υπόκειται σε ακραίες μεταβολές, οπότε και θα έπρεπε να επιβιώσουν σε εναλλαγές περιόδων ευωχίας και λιμού, κάτι που φυσικά δεν έχει αλλάξει μέχρι σήμερα: είμαστε κυριολεκτικά πλασμένοι να γνωρίζουμε ακραία πείνα και ακραία αφθονία.

Δεν με ενδιαφέρει λοιπόν τόσο, για να βάλω στο παιχνίδι και τα περίφημα (όσο και υπερεκτιμημένα) “Football Analytics”, ποιό είναι το ποιο είναι το ποσοστό για “expected goal” από τη θέση που σουτάρει κάποιος, αλλά με σκοτίζει πολύ περισσότερο το ποιος σουτάρει, η προσωπικότητα και οι καταβολές του. Θεωρητικά, με βάση τις τεχνικές δεξιότητες που απαιτούνται για να σκοράρεις σε ένα “τετ α τετ” κοντά στο σημείο του πέναλτι, θα έπρεπε το ποσοστό μετατροπής σε γκολ μιας τόσο “clear cut” ευκαιρίας σε γκολ (ακόμη και για έναν μέτριο παίκτη) να ξεπερνά το 80% κι όμως στην πράξη (αν εξαιρέσουμε μια χούφτα “top class strikers”) είναι πολύ χαμηλότερο. Για τον απλούστατο λόγο ότι ο παίκτης (ή κυνηγός ή πολεμιστής αν προτιμάτε), είναι προγραμματισμένος, εδώ και χιλιάδες χρόνια, να πετύχει τον …τερματοφύλακα!

Οι συμπεριφορικοί ψυχολόγοι έχουν καταλήξει ότι το μυαλό μας λειτουργεί με δύο τρόπους: έναν αυτόματο, εμπειρικό και ακαριαίο, με υποτυπώδη ή καθόλου συνειδητό έλεγχο (ενστικτωδώς) και έναν συστηματικό που απαιτεί προσπάθεια (συμπεριλαμβανομένων υπολογισμών), όπερ αργό, λογικό και γραμμικά προοδευτικό, με ενσωματωμένο το στοιχείο της αυτοσυνείδησης και την προοπτική του ορθολογισμού.

Ο πρώτος τρόπος έχει ιδιαίτερα συγκινησιακό περιεχόμενο, ακριβώς επειδή λειτουργεί γρήγορα και μαντέψτε: όταν ο ποδοσφαιριστής βρεθεί να επελαύνει μόνος απέναντι στην αντίπαλη εστία πλημμυρισμένος από την κορφή μέχρι τις τάπες των παπουτσιών του απ’την συγκινησιακή πανούκλα της ιαχής “γκολ”, με ποιόν τρόπο θα λειτουργήσει; Σωστά, ακριβώς με τον ίδιο τρόπο που ο σκύλος θα κυνηγήσει το αυτοκίνητο που τρέχει, χωρίς να κοντοσταθεί να μελετήσει αν πρόκειται για κουνέλι, αμάξι ή άνθρωπο που τρέχει. Εκτός κι αν πρόκειται για πραγματικά σπουδαίο παίκτη, προικισμένο με την ικανότητα αστραπιαίας μεταβίβασης των ηνίων στο ορθολογικό κομμάτι του μυαλού, την ικανότητα δηλαδή που ξεχωρίζει εντέλει τους χαρισματικούς σκόρερ από τους καλά προπονημένους παίκτες του συρμού.

Ένα εξαιρετικό παράδειγμα της εξαντλητικής “rationale” που αναπτύχθηκε, συνιστά το περσινό, “τέλειο αυτογκόλ” ενός τερματοφύλακα που εντέλει σηματοδότησε την επιστροφή της θρυλικής εθνικής ομάδας του Περού σε τελική φάση Μουντιάλ μετά από 36 χρόνια. Ο τερματοφύλακας δεν είναι άλλος από τον γκολκήπερ της Κολομβίας, ο οποίος απογειώθηκε στο αριστερό άκρο της εστίας του, αλλά παρότι άγγιξε τη μπάλα, δεν κατάφερε να αποσοβήσει το γκολ της ισοφάρισης του Περού – με τη διαφορά ότι το φάουλ ήταν έμμεσο που σημαίνει ότι αν δεν ακουμπούσε τη μπάλα, το γκολ δεν θα μετρούσε. Ο μηχανισμός βέβαια που πρόδωσε τον γκολκήπερ της Κολομβίας είναι ακριβώς ο ίδιος με την κατάρα του σέντερ φορ: ο τερματοφύλακας είναι απλά προγραμματισμένος να εκτινάσσεται για να αποκρούσει τη μπάλα.

Ίσως να μην είμαι αντικειμενικός, γιατί ακόμη και οι πέτρες που χρησιμοποιούσαμε για δοκάρια, γνωρίζουν τη λατρεία γενιών ολόκληρων για το λατινοαμερικάνικο ποδόσφαιρο, αλλά τα πρόσφατα κατορθώματα της εθνικής ομάδας του Περού απελευθέρωσαν μεγάλα συγκινησιακά φορτία καθ θύμησες για όσους προλάβαμε παλιακή ορθογραφία. Το 1970 για πρώτη φορά η ελληνική τηλεόραση μετέδωσε ποδοσφαιρικούς αγώνες μιας μεγάλης διοργάνωσης και οι περισσότεροι αυτόπτες μάρτυρες θαμπώθηκαν τόσο από τη Βραζιλία του Πελέ, που τους αναγόρευσαν στον απόλυτο μύθο (παρότι δεν χωρά αμφιβολία ότι η Βραζιλία του ‘82 χόρευε κυριολεκτικά Σάμπα, ενώ τόσο ο Κρόϊφ με Μπάρτσα και Οράνιε, όσο φυσικά κι ο Μαραντόνα σε Νάπολι έκαναν αλανιάρικα πράγματα με τόσο ανάγλυφες κοινωνικοπολιτικές απολήξεις που ο Πελέ θα μπορούσε να τα δει παρά μόνο σε φωτογραφικές διατάξεις κυβερνητικών νομοσχεδίων.

Όμως η πραγματική αποκάλυψη για τους μερακλήδες φίλους του ποδοσφαίρου ήταν το μαγικό Περού, με το δικό του «μαύρο διαμάντι», τον Τεόφιλο Κουμπίγιας, ένα πραγματικό ζωγράφο στο τερέν, από την οργάνωση του παιχνιδιού, μέχρι το σκοράρισμα. Ο Κουμπίγιας συνέχισε να πασπαλίζει με ασημόσκονη το εθνόσημο του Περού, μέχρι και το Μουντιάλ του 1982, την τελευταία διοργάνωση που συμμετείχε που κατά διαβολική σύμπτωση είναι και η πρώτη που θυμάται, περίπου σαν προπαίδεια ο υποφαινόμενος…

ΥΓ. Φυσικά, επειδή «Ελλάδα σαν αγριόχορτο φύτρωσες και κει», δεν θα μπορούσε να λείπει και το ελληνικό αρχέτυπο με τον τερματοφύλακα του ΠΑΟΚ, να υπερίπταται, θαρρείς με μοναδικό σκοπό, ίσα ίσα να ακουμπήσει τη μπάλα και να καταστήσει έγκυρο το γκολ από φάουλ του Δημήτρη Πίττα, μιας καλτ φυσιογνωμίας των ελληνικών γηπέδων της δεκαετίας του ’80 (στο 0:47 του επισυναπτόμενου συνδέσμου απ’το youtube)

Προφανώς κανείς μας από απέναντι (στη θύρα 21-22-23) δεν είχε αντιληφθεί ότι το φάουλ ήταν έμμεσο (εδώ δεν το κατάλαβε ο Τσώχος) και ακόμη θυμάμαι πόσο δεν μπορούσε να χωρέσει στο μυαλό μου η ενστικτώδης αντίδραση του Γκιτσιούδη, όταν είδαμε τα στιγμιότυπα το βράδυ…

Leave a Reply

Fill in your details below or click an icon to log in:

WordPress.com Logo

You are commenting using your WordPress.com account. Log Out /  Change )

Twitter picture

You are commenting using your Twitter account. Log Out /  Change )

Facebook photo

You are commenting using your Facebook account. Log Out /  Change )

Connecting to %s